αντιδρώ


αντιδρώ
αντιδρώ, αντέδρασα βλ. πίν. 71
——————
Σημειώσεις:
αντιδρώ : στον απλό προφορικό λόγο απαντάται μερικές φορές στον ενεστ. και η κλίση σε -άω (κατά το περνάω, βλ. πίν. 68 ).

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αντιδρώ — (Α ἀντιδρῶ, άω) νεοελλ. 1. δρω, ενεργώ εναντίον των ενεργειών άλλου, εναντιώνομαι 2. (ψυχολ.) απαντώ σε ερέθισμα αρχ. 1. δρω εναντίον κάποιου 2. αντιπληρώνω …   Dictionary of Greek

  • αντιδρώ — [андидро] р. противодействовать, реагировать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αντιδρώ — ασα, ενεργώ εναντίον των ενεργειών άλλου, αντιπράττω: Οι υπάλληλοι θα αντιδράσουν στην καθιέρωση αυξημένου ωραρίου εργασίας των καταστημάτων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Liste unregelmäßiger Verben im Neugriechischen — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige Verben des Neugriechischen — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige Verben im Neugriechischen — sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden. Inhaltsverzeichnis 1 Vorbemerkungen und Statistik 2… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige neugriechische Verben — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

  • ανθέλκω — ἀνθέλκω (Α) 1. έλκω σύρω, τραβώ κάτι αντίθετα 2. τραβώ προς το μέρος μου 3. μτφ. εναντιώνομαι, αντιδρώ, προβάλλω αντίσταση …   Dictionary of Greek

  • αντιδραστικός — ή, ό 1. αυτός που αντιδρά σε ορισμένη ενέργεια 2. αυτός που αντιδρά σε κάθε αλλαγή και εξέλιξη πολιτική, κοινωνική κ.λπ. [ΕΤΥΜΟΛ. < αντιδρώ. Η λ. μαρτυρείται στον διδάσκαλο του Γένους Κωνσταντίνο Κούμα (1777 1836)] …   Dictionary of Greek

  • αντιπαθώ — (AM ἀντιπαθῶ, έω) [αντιπαθής] νεοελλ. αισθάνομαι αντιπάθεια για κάποιον αρχ. μσν. έρχομαι σε αντίθεση, αντιδρώ μσν. χρησιμεύω ως αντιφάρμακο αρχ. 1. επηρεάζομαι 2. δέχομαι αντίθετη επίδραση 3. (Μετρ.) εμφανίζω αντιπάθεια*, αντίσπαση του ρυθμού …   Dictionary of Greek